Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

Μεταστροφές στην Ορθοδοξία - Greek Orthodox Web 12


ORTHODOX WEB


Μεταστροφές στην Ορθοδοξία

Greek Orthodox Web 12

ORTHODOX CHRISTIANITY – MULTILINGUAL ORTHODOXY – EASTERN ORTHODOX CHURCH – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – ​SIMBAHANG ORTODOKSO NG SILANGAN – 东正教在中国 – ORTODOXIA – 日本正教会 – ORTODOSSIA – อีสเทิร์นออร์ทอดอกซ์ – ORTHODOXIE – 동방 정교회 – PRAWOSŁAWIE – ORTHODOXE KERK -​​ නැගෙනහිර ඕර්තඩොක්ස් සභාව​ – ​СРЦЕ ПРАВОСЛАВНО – BISERICA ORTODOXĂ –​ ​GEREJA ORTODOKS – ORTODOKSI – ПРАВОСЛАВИЕ – ORTODOKSE KIRKE – CHÍNH THỐNG GIÁO ĐÔNG PHƯƠNG​ – ​EAGLAIS CHEARTCHREIDMHEACH​ – ​ ՈՒՂՂԱՓԱՌ ԵԿԵՂԵՑԻՆ​​

ORTHODOX WEB: http://orthodoxweb.blogspot.com - Abel-Tasos Gkiouzelis - Email: gkiouz.abel@gmail.com

♫•(¯`v´¯) ¸.•*¨*
◦.(¯`:☼:´¯)
..✿.(.^.)•.¸¸.•`•.¸¸✿
✩¸ ¸.•¨ ​

http://greekorthodoxweb1.blogspot.com - Θεία Εξομολόγηση
http://greekorthodoxweb3.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb4.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb7.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb9.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb10.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb11.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb12.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία

<>

Άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ιδρυτής και ηγούμενος της Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Essex της Αγγλίας, από Ρωσία (+1993)

11 Ιουλίου

Ο Άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ του Essex Αγγλίας (22 Σεπτεμβρίου 1896 - 11 Ιουλίου 1993) ήταν Ρώσος Ορθόδοξος Ιερομόναχος που ξεκίνησε τη μοναχική του ζωή στο Άγιο Όρος, στη Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος και θεωρείται από την ορθόδοξη παράδοση ως ένας από τους χαρισματικότερους μοναχούς του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε στη Μόσχα και ήταν μέλος 9μελούς οικογένειας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Σέργιος, ενώ έδειχνε από μικρός ιδιαίτερη θεολογική κλίση. Στην αρχή ασχολήθηκε με την ζωγραφική, ενώ ασχολήθηκε και με τον Βουδισμό και τον Ινδουισμό. Όταν απογοητεύτηκε από τη φιλοσοφία των Ανατολικών θρησκειών, στράφηκε προς το Χριστιανισμό και πιο συγκεκριμένα την Ορθοδοξία. Σε ηλικία 25 ετών μετακινήθηκε στη Γαλλία, προσπαθώντας να βρει εργασία ως ζωγράφος.

Στη Γαλλία κατάφερε να γίνει δεκτός στους καλλιτεχνικούς κύκλους, όμως τελικά στράφηκε προς το χριστιανισμό με περισσότερο ζήλο αφού ούτε αυτό τον γέμιζε όπως ο ίδιος αργότερα ομολόγησε και έτσι στράφηκε σε ηλικία 29 ετών στη θεολογία, εισαγόμενος στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο στο Παρίσι. Με το πέρας των σπουδών έλαβε την απόφαση να μονάσει. Έτσι εγκαταστάθηκε στη Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιο Όρος, το 1925.

Τέσσερα έτη αργότερα γνώρισε τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, ο οποίος έγινε ο πνευματικός καθοδηγητής του. Στη συνέχεια αναχώρησε για τα Καρούλια του Αγίου Όρους το 1938, που ασκήτεψε αυστηρά. Το 1948 έφυγε από το Άγιο Όρος ώστε να χειρουργηθεί στη Γαλλία ενώ εξέδωσε σε βιβλίο το βίο του Αγίου Σιλουανού, που εν τω μεταξύ πέθανε. Στη συνέχεια εξέδωσε και άλλα βιβλία το «Περί προσευχής», το «Άσκηση και Θεωρία» και «Η ζωή Του ζωή μου».Την ίδια εποχή επισκέφτηκε και τη Μόσχα μετά από πολλά χρόνια και έκτοτε είχε πιο στενούς δεσμούς με την πόλη. Το 1963 εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και ίδρυσε μια χριστιανική αδελφότητα, χτίζοντας παράλληλα και ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Essex της Αγγλίας. Εκεί έμεινε μέχρι που πέθανε το 1993 σε ηλικία 97 ετών.

Πηγή:

http://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/11/27-2019.html

<*>

Η μεταστροφή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ´ (1034-1041) προς στην Πνευματική ζωή και το Μοναχισμό

Ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Μιχαήλ Δ´ (1034-1041) ἀρρώστησε καί κατάλαβε ὅτι πλησίαζε τό τέλος του, ἄλλαξε ριζικά τρόπο ζωῆς. Ἐγκατέλειψε τιμές, δόξες καί μέριμνες γιά τά ὑλικά ἀγαθά καί στράφηκε στό Θεό, γιά νά σώση τήν ψυχή του. Καί πρῶτα πρῶτα ἄρχισε νά ἀναζητῆ ὅσους εἶχαν περιφρονήσει τόν κόσμο καί ἐπιδίωκαν τή σωτηρία τῆς ψυχῆς τους μακρυά ἀπό αὐτόν. Πολλούς ἀπό αὐτούς πού μόναζαν σέ σπηλιές, χαράδρες καί σέ ὁπές τῆς γῆς τούς ὁδηγούσε στά ἀνάκτορα, τούς πρόσφερε τιμές καί μέ ἄκρα ταπεινότητα τούς καθάριζε τά σκονισμένα πόδια, τούς ἀγκάλιαζε ἀδελφικά, φοροῦσε τά κουρέλια τους καί τούς ἔβαζε στά βασιλικά ἀνάκλιντρα, ἐνῶ ὁ ἴδιος κοιμόταν σέ εὐτελές στρῶμα καί εἶχε γιά μαξιλάρι του μιά πέτρα. Ἀκόμα, ὁ Αὐτοκράτορας αὐτός ἐπισκεπτόταν τούς λεπρούς, ἀκουμποῦσε τό πρόσωπό του στίς πληγές τους, τούς ἀγκάλιαζε καί, σάν δοῦλος, φρόντιζε γιά τό λουτρό τους καί τούς ὑπηρετοῦσε σάν νά ἦταν ἀφεντάδες του. Λίγο πρίν πεθάνη, ἐγκατέλειψε τό παλάτι, ἔβγαλε τή βασιλική πορφύρα καί ἔγινε μοναχός στό μοναστήρι πού ὁ ἴδιος εἶχε χτίσει, παραδίδοντας τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

<>


Πως άρχισαν οι Ρώσοι 
να βαπτίζονται ομαδικά τον 9ο αιώνα από τους Βυζαντινούς ιερείς

Ὁ ἀυτοκράτορας του Βυζαντίου Βασίλειος Α´ (867-886) προσπάθησε νά συνάψη φιλικές σχέσεις μέ τούς Ρώσους προσφέροντάς τους πολλά δῶρα, ἀλλά ταυτόχρονα ἔστειλε καί ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας γιά νά τούς ἐκχριστιανίση. Ὅταν αὐτοί ἔφτασαν στή Ρωσία, ὁ βασιλιάς της τούς ὑποδέχτηκε μαζί μέ ἄλλους εὐγενεῖς καί πλῆθος λαοῦ. Οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπ᾽ τό Βυζάντιο ἱερεῖς διάβασαν ἀπ᾽ τή Βίβλο διάφορα θαύματα, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τό θαῦμα τῶν τριῶν παίδων πού δέν καίγονταν, ἄν καί βρίσκονταν μέσα στή γνωστή κάμινο. Τότε, οἱ δεισιδαίμονες Ρώσοι ἀπαίτησαν νά γίνη ἕνα παρόμοιο θαῦμα γιά νά πιστέψουν, ζήτησαν μάλιστα νά ρίξουν στή φωτιά τό Εὐαγγέλιο πού εἶχαν φέρει μαζί τους οἱ βυζαντινοί ἱερεῖς. Αὐτοί τότε, ἀφοῦ προσεύχηθηκαν, ἔριξαν τό Εὐαγγέλιο στή φωτιά καί, ἔπειτα ἀπό ὧρες, αὐτό βρέθηκε νά εἶναι ἀνέπαφο. Ἔτσι, οἱ Ρώσοι ἄρχισαν νά βαπτίζονται ὁμαδικά.

<>

Η Ιησουέλα βρήκε το Θεό στην Αλβανία

Η Ορθόδοξη Βάπτιση της Ιησουέλας

Τίρανα, 11 Ιανουαρίου 1967. Ο ρουμανικής καταγωγής Έλληνας Gregory Β. με την αγαπημένη του γυναίκα Γκαλίνα αποκτούν το μοναδικό τους παιδί ένα ασθενικό κοριτσάκι.
Μια μουντή μέρα βρέθηκε μπροστά στο Δημαρχείο για να δηλώσει το όνομα του παιδιού. Όλη τη νύχτα δεν έκλεισαν μάτι με τη γυναίκα του και αυτή τη φορά αιτία δεν ήταν το κλάμα του μωρού. Ήταν δυνατόν στο παιδί τους να μη δώσουν ένα χριστιανικό όνομα; Ούτε ο Θεός δεν το θέλει κάτι τέτοιο. Το ’θελε όμως το Κόμμα και… δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ήρωες, αλλιώς οι «σοσιαλιστικές» χώρες θα ήταν μόνο φυλακές και νεκροταφεία. Χρειάζεται κάποια διπλωματία, χρειάζεται να επιβιώσεις… Βασανίζεται με όλες αυτές τις σκέψεις πηγαίνοντας στο Δημαρχείο και περιμένοντας στην ουρά να έλθει η σειρά του.

Σε μια στιγμή, αναστέναξε βαθιά· ήξερε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, μόνο ο Θεός αν τον φώτιζε. Έσφιξε με απόγνωστη το σταυρουλάκι που έκρυβε στην τσέπη του και ψιθύρισε ασυναίσθητα: Ιησού, Έλα! Πήγε να προσθέσει κάτι και αιφνιδίως φωτίστηκε, έλαμψε το πρόσωπό του, φεγγοβόλησαν τα μάτια του.

—Όνομα παιδιού; ρώτησε εκείνη τη στιγμή ο υπάλληλος.

—Ιησουέλα, απαντά λαχανιαστά ο ταλαίπωρος πατέρας!

—Ι-η-σ-ο-υ-έ-λ-α; επανέλαβε ο υπάλληλος ανασηκώνοντας τα φρύδια με απορία. Κάτι δεν του πήγαινε καλά, αλλά δεν του ερχόταν και στο μυαλό καμιά απάντηση. Πάντως, χριστιανικό όνομα δεν ήταν. Αυτός ήταν ήσυχος για το κεφάλι του. Και σημείωσε στα χαρτιά: «Ιησουέλα».

Τίρανα, 16 Ιουλίου 1991. Πρώτη μας μέρα στην εκκλησία των Τιράνων που την ετοιμάζουμε για τον Έξαρχο. Μεγάλη μέρα για όλους! Σήμερα πρωτοέρχεται στην Αλβανία ο Έξαρχος Αναστάσιος —επιτέλους— της ελεύθερης Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αλβανίας. Φωτογραφίζω την εκκλησία των Τιράνων —δηλαδή τι εκκλησία, τέλος πάντων, θα μιλήσουμε παρακάτω γι’ αυτό. Εκείνη την ώρα δεν είχα καν σκεφθεί να γράψω για τις εκκλησίες της Αλβανίας… Πλησιάζω μια ομήγυρη γυναικών. Μιλούν με έξαψη για το μεγάλο γεγονός, για το θαύμα, που επιτέλους θα μπορούν να λατρεύουν ελεύθερα το Θεό τους…

Ξεχωρίζω μια όμορφη κοπέλα, κάπου 25 ετών. Τη λένε —δεν κατάλαβα καλά— Ι-η-σ-ο-υ-έ-λ-α, περίεργο όνομα. Μιλά αγγλικά με μια Βελγίδα δημοσιογράφο. Θα ’θελε, της έλεγε, τόσο να βρεθεί κάποιος να τη βαπτίσει· όχι, δεν έχει κάνει το μυστήριο της βαπτίσεως. Θα ’θελε να αποκτήσει μια χριστιανή μητέρα από την Ελλάδα, να την καθοδηγήσει…

Απομακρύνθηκα, αλλά δεν μπορούσα να ξεχάσω αυτό που έλεγε για μια πνευματική μητέρα να τη βαπτίσει. Έκανα κάποια νύξη στις αδελφές εθελόντριες του Ε.Ε.Σ. που ήταν μαζί μας. Όλες βάπτιζαν μικρά παιδιά — άμα αρχίσεις να βαπτίζεις στην Αλβανία δεν προφθαίνεις να δέχεσαι προτάσεις! Όπου έστρεφα να φωτογραφίσω, έβλεπα τη γλυκιά μορφή της Ιησουέλας. Μα, επιτέλους, δεν ήρθα στα Τίρανα για βαφτίσια. Νεύριασα με τον εαυτό μου. Η ώρα περνούσε και έπρεπε να φύγουμε για το αεροδρόμιο… Μπήκαμε βιαστικά στα αυτοκίνητα, όταν ξανακούσαμε τη φωνή της: «Μπορείτε να με πάρετε μαζί σας; Θα μπορούσα να σας διευκολύνω στις συνεννοήσεις με τις υπηρεσίες του αεροδρομίου». Και την πήραμε.

Την άλλη μέρα, ξεκινήσαμε για περιοδεία σε όσες εκκλησίες θα προφταίναμε να επισκεφθούμε μέσα σ’ ένα διήμερο στην Αλβανία.

«Μπορείτε να με πάρετε μαζί σας και να παραμείνετε ένα τετραήμερο; Θα σας δείξω όλες τις εκκλησίες της Αλβανίας», ήταν πάλι η πρόταση της Ιησουέλας που είναι δασκάλα και έχει διαβάσει για ό,τι μας ενδιέφερε.

Έτσι, ξεκινήσαμε με την Ιησουέλα για μια εβδομάδα και με τη βοήθεια της θα σας δείξουμε εκκλησίες που λάμπουν από ομορφιά, εκκλησίες που στη θέση τους δεν υπάρχει ούτε πέτρα, εκκλησιές που στο Ιερό σταυλίζονται ζωντανά, εκκλησίες που περιμένουν το στοργικό μας χέρι να τις αναστηλώσουμε, για να στηλώσουμε την πίστη αυτών των ανθρώπων που την κράτησαν στα δύσκολα χρόνια, που κρατήθηκαν στη ζωή με την πίστη τους.

Ανήμερα των Εισοδίων της Θεοτόκου, η Ιησουέλα εισήλθε στη χριστιανική οικογένεια. Τη βάπτισα στην εκκλησία των Τιράνων και της έδωσα το όνομα της μητέρας του Χριστού: Μαρία.

Πηγή: Ειρήνης Δορκοφίκη, «Η Ιησουέλα βρήκε το Θεό στην Αλβανία» (Εκκλησίες της Αλβανίας), ελληνική ευρωεκδοτική.

Πηγή:

http://www.pemptousia.gr/2015/08/iisouela-mia-apistefti-alla-alithini-istoria/

<*>

Πώς γλίτωσε μία οικογένεια από το διαζύγιο

Τό ἄκουγε, τό διάβαζε, μά δέν τῆς περνοῦσε ποτέ ἀπ᾽ τό νοῦ ὅτι θά τό ζοῦσε καί ἡ ἴδια.

Ὁ Νότης ἦταν ὁ διαλεχτός τῆς καρδιᾶς της. Ἦταν αὐτό πού ποθοῦσε ἀπό χρόνια. Μικροβιολόγος αὐτή. Φυσικός ἐκεῖνος εἶχαν στρώσει πιά τίς δουλειές τους καί ὅλα φαίνονταν ρόδινα· ταξίδια, μεγάλη ζωή, καμμιά ἀπολύτως δυσκολία…
Τό φροντιστήριό του καί τό ἐργαστήριό της ἔμοιαζαν μέ χρυσωρυχεῖα. Οἱ καταθέσεις τους στήν τράπεζα πλήθαιναν διαρκῶς.

Ὁ γάμος τους μέ τόν πιό φανταχτερό διάκοσμο στή Μητρόπολη καί τό γαμήλιο δεῖπνο στό πολυτελέστατο ξενοδοχεῖο τούς ἔνωσαν καί ἐπίσημα κάτω ἀπ᾽ τήν ἴδια στέγη. Φορτωμένοι μέ τίς εὐχές, τά χαμόγελα καί τά γλυκόλογα τῶν φίλων καί συγγενῶν πέρασαν τό μῆνα τοῦ μέλιτος στή Γαλλοϊταλική Ριβιέρα. Γνώρισαν ἀπό κοντά τά πιό ξακουστά κοσμοπολίτικα κέντρα τῶν βορειοδυτικῶν ἀκτῶν τῆς Μεσογείου…

Τό ἀγοράκι πού ἦλθε στήν ὥρα του στή ζωή τους τούς ἔνωσε ἀκόμα πιό πολύ. Θυμᾶται τί χαρά ἔκανε ὁ εὐτυχισμένος μπαμπάς παίρνοντάς το γιά πρώτη φορά στήν ἀγκαλιά του ἀπ᾽ τά χέρια της!

Τό βάφτισαν σύντομα καί γέμισε τό σπίτι τους μέ τά δῶρα τῶν φίλων, ἀλλά καί μέ τά γέλια καί τά κλαψουρίσματα τοῦ Νικάκη τους. Πόσο ὄμορφα κυλοῦσαν οἱ μέρες τους!…

Ἡ εὐτυχία φαινόταν θρονιασμένη στό πλούσιο σπιτικό τους…

Ἡ εὐγένεια τοῦ Νότη, ἡ φροντίδα του καί γιά τήν ἴδια καί γιά τό παιδί τους θέρμαινε πιό πολύ τήν ἀγάπη στήν καρδιά της…

Τά θύμᾶται τώρα ἡ Ρίτα καί μελαγχολεῖ ἀκόμη πιό πολύ. Πῶς ἔπεσε ξαφνικά ὁ κεραυνός στίς σχέσεις τους μέ τόν Νότη; Νά μήν θέλη νά τρῶνε πιά μαζί! Νά κοιμᾶται σέ ἄλλο δωμάτιο! Νά ἀποφεύγη τό βλέμμα της! Νά παίρνη στήν ἀγκαλιά του τό παιδί του χωρίς ἐκεῖνο τό παλαιό γνώριμό της χαμόγελο εὐτυχίας!
Τό ἐκμυστηρεύθηκε στή μάνα της μέ δάκρυα στά μάτια κι ἐκείνη τό εἶπε ξεκάθαρα:

—Σᾶς ἔκαναν μάγια! Σᾶς ζήλεψαν! Λές νά μπῆκε καμμιά ἄλλη στή ζωή του;

—Δέν τό πιστεύω!

—Ὅλα γίνονται, κόρη μου, σ᾽ αὐτό τόν κόσμο. Ἐγώ, πάντως, θά κάνω πολλή προσευχή. Θά δώσω καί τά ὀνόματά σας νά τά μνημονεύση τήν Κυριακή στή Λειτουργία ὁ παπα-Θωμᾶς κι ὁ Θεός βοηθός.

—Σ᾽ εὐχαριστῶ, μητέρα! Ἐσύ πάντα ἤσουν πιστή, ἐγώ, βεβαία, δέν σ᾽ ἀκολούθησα. Κάνε ὅ,τι ξέρεις…

Τά πράγματα πήγαιναν ἀπ᾽ τό κακό στό χειρότερο. Τά μαῦρα σύννεφα σκέπασαν γιά τά καλά τό σπίτι τους καί ἕνα ἀπόγευμα ξέσπασε ἡ μπόρα.

—Ρίτα, τῆς εἶπε ὁ Νότης κοφτά στό σαλόνι. Ἀρκετά πλέον. Ὁ κόμπος ἔφτασε στό χτένι. Δέν σέ ἀντέχω καί δέν σέ θέλω. Ἄς μήν κοροϊδευόμαστε! Νά τελειώνουμε!

—Μά γιατί, Νότη μου; Τί σοῦ ἔφταιξα; Νά διορθωθῶ!…

—Δέν παίρνει διόρθωσι καί ἄσε τά κλάμματα. Εἶναι γνωστό αὐτό τό γυναικεῖο ὅπλο.

—Δέν σκέφτεσαι τό παιδί μας, Νότη;

—Μήν μοῦ ἀραδιάζεις τώρα τέτοια. Τό σκέφτομαι· καί τί μ᾽ αὐτό; Δέν θά σ᾽ ἀνέχομαι ἐξαιτίας του μιά ζωή!

—Ἐσύ μιλᾶς ἔτσι; Νότη; Ξέχασες τήν ἀγάπη μας, τά ὄνειρά μας γιά τή ζωή! Νότη!

—Ἄσε με ἥσυχο, εἶπα. Κι ἐμποδίζοντάς την νά τόν ἀγκαλιάση κλείστηκε στό δωμάτιό του…

Τήν ἄλλη ἑβδομάδα οἱ δυό τους κι ὁ Νικάκης τους μαζί κάθονται στό εὐρύχωρο δικηγορικό γραφεῖο τοῦ κ. Β…. καί ἐκθέτουν καθένας ψυχρά τίς ἀπόψεις τους. Ὁ ἔμπειρος δικηγόρος τούς ἀκούει προσεκτικά ρίχνοντας ποτέ-ποτέ ματιές καί στόν μικρό, πού δέν ἔδειχνε πώς ἦταν τριῶν χρονῶν.

—Θέλετε νά βγῆ συναινετικό τό διαζύγιο;, τούς ρωτάει κάποια στιγμή.

—Μάλιστα, ἀπαντάει ὁ ἄνδρας.

—Ἐσεῖς τί λέτε;

—Ἐγώ δέν θέλω νά χωρίσουμε, ἀπαντᾶ ἡ Ρίτα.

—Τότε νά τά βροῦμε, νά μονοιάσετε. Γιατί νά χαλάση ἡ οἰκογένειά τους;
Καί ξαφνικά σηκώνεται ὁ δικηγόρος, ἁρπάζει ἀπότομα τό παιδί κι ἀνοίγοντας τό παράθυρο κάνει πώς τό πετάει ἔξω, ἀπ᾽ τόν τρίτο ὄροφο στόν δρόμο.

—Μή! Ὄχι!, ἀκούγονται δυνατά μαζί οἱ φωνές τοῦ Νότη καί τῆς Ρίτας.

—Μά ἐσεῖς τό πετᾶτε στό δρόμο, λέει ὁ δικηγόρος, κοιτάζοντάς τους κατάματα μέ τό παιδί στήν ἀγκαλιά. Αὐτό γίνεται στήν οὐσία. Σκεφτεῖτε καλύτερα τά πράγματα καί τά ξαναλέμε. Κάτι παρόμοιο ἔκαναν καί κάτι συγγενεῖς μου, πού χώρισαν καί παραστράτησε τό παιδί τους καί πέθανε ἀπό ναρκωτικά καί δέν μποροῦν νά ἡσυχάσουν. Σκεφτεῖτε το καλύτερα!…

Μέ χαμηλωμένο τό βλέμμα καί οἱ δυό τους γύρισαν συγκλονισμένοι στό σπίτι τους. Τά πράγματα ἄρχισαν νά παίρνουν τό καλύτερο. Τό χαμόγελο ξανάνθισε στά χείλη τοῦ Νότη. Ἠ ἀμοιβαία συγγνώμη μαλάκωσε καί γλύκανε τίς καρδιές. Ἡ χαρά ξαναγύρισε στό σπιτικό τους. Ἡ γιαγιά, πού ἐξακολουθῆ νά προσεύχεται γιά τό θέμα, δακρύζει καί δοξάζει τό Θεό γιά τό θαῦμα.

<>



Η μεταστροφή ενός ληστή προς τον Μοναχισμό από το κήρυγμα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού (+1779)

Ἀναφέρει ὁ Ἐπίσκοπος Αὐγουστίνος Καντιώτης (+2010):

«Κάποτε ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός περιοδεύοντας καί κηρύττοντας ἔφτασε πάνω στό Βάλτο, κοντά σέ κάτι λημέρια ληστῶν. Δέν εἶχε οὔτε αἴθουσες μεγαλοπρεπεῖς, ὅπως ἔχουμε ἐμεῖς, οὔτε ἄμβωνες καλλιτεχνικούς, οὔτε θρόνους μαρμαρόχτιστους, ἀλλά εἶχε κάνει ἄμβωνα ἕνα σκαμνί, καί ἔστηνε ἕνα πελώριο σταυρό φτιαγμένο ἀπό δένδρο. Τήν ὥρα ἐκείνη, λοιπόν, πού κήρυττε, πίσω ἀπό ἕνα βράχο, ἦταν μιά ψυχούλα, ἦταν κάποιος κρυμμένος καί τόν ἄκουγε, γιατί ντρεπόταν νά πλησιάση. Ντρεπόταν νά ἀτενίση τό βλέμμα τοῦ ἁγίου ἀσκητοῦ. Ὅσο τόν ἄκουγε, τόσο ἡ καρδιά του μέσα ἀνεδύετο, τόσο ἡ καρδιά του ταραζόταν, τόσο τό “κατηγορῶ” τῆς ψυχῆς του αὐξανόταν καί ἀκουγόταν τό κλάμμα του. Τόν εἶδε τό πνεῦμα τοῦ Κοσμᾶ. Ὄταν σταμάτησε νά ὁμιλῆ ὁ Ἅγιος, ἐκεῖνος ἦρθε καί ἔπεσε στά πόδια του.

Τί ἦταν αὐτός; Ἔνας ληστής! Ληστής πού εἶχε διαπράξει ἐγκλήματα, ἀλλά ὅταν πέρασε ἀπ᾽ τό λημέρι του ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς, τό ἀετήσιο βλέμμα του διέκρινε τόν ἀσκητή, διέκρινε τόν Ἄγιο τοῦ Θεοῦ, τόν κήρυκα τοῦ θείου λόγου. Κατέβηκε ἀπ᾽ τό λημέρι του καί ἔπεσε κλαίγοντας στά πόδια τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ.

Αὐτόν πού δέν μποροῦσαν νά τόν διορθώσουν τά σίδερα καί οἱ φυλακές, τόν μετέβαλε ἀμέσως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἔρριξε μπροστά στόν Ἅγιο τά ὅπλα καί τά μαχαίρια καί τά ἐγχειρίδια τά φονικά, καί ἔγινε μοναχός, ἔγινε διάσημος ἀσκητής. Ποιός τόν μετέβαλε; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πού συνετάραξε τήν ψυχή του».

<*>

Η μεταστροφή ενός ασώτου ηθοποιού στην Ορθόδοξη Πίστη

Ἀναφέρει ὁ Ἐπίσκοπος Αὐγουστίνος Καντιώτης (+2010):

«Σέ μιά πόλι, μετέβη ἕνας θίασος, πού ἀποτελοῦνταν ἀπό τριάντα θεατρίνους. Μέσα σ᾽ αὐτούς ἦταν καί ἕνας ταλαντοῦχος ἀλλά ἔκφυλος νέος. Παρά τά τάλαντά του προκοπή δέν ἔκανε ἀλλά ζοῦσε εἰς βάρος τῶν ἄλλων. Ἦταν ὁ πιό διεφθαρμένος τοῦ θιάσου. Τόν εἶχαν μόνο καί μόνο νά παίζη ἕνα ρόλο σατιρικό καί νά κάνη τούς ἀνθρώπους νά σκᾶνε στά γέλια. Καί σ᾽ αὐτό τά κατάφερνε ἄριστα. Ὅταν παρουσιαζόταν αὐτός, οἱ θεατές δέν μποροῦσαν νά κρατηθοῦν. Κατώρθωνε, μέ τά αἰσχρά πού ἔλεγε, νά ἀνατρέπη, αὐτό ποῦ εἶπε ὁ Κύριος στό ἱερό Εὐαγγέλιο, τό “Οὐαί οἱ γέλωντες”(Λκ 6, 25). Εἶχε τέτοια φωνή καί τέτοια ἀπαγγελία, πού μάγευε ὅσους τόν ἄκουγαν. Ἔτσι ὁ ἔκφυλος αὐτός νέος, ὅταν ἔβγαινε στή σκηνή, κατώρθωνε νά παρασύρη ὅλους κάι νά τούς κάνη νά γελᾶνε ἀκράτητοι, μέχρι ἀσεβείας.

Ὅπως εἴπαμε, ἦταν διεφθαρμένος τύπος. Ἀλλά μέσα στά βάθη τῆς καρδιᾶς, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἄναψε κάποτε ἕνας σπινθήρας μετανοίας. Πῶς;

Μιά μέρα περνοῦσε μαζί μέ ἄλλους συναδέλφους του ἠθοποιούς ἀπ᾽ τό κατάστημα ἑνός εὐσεβοῦς Χριστιανοῦ, πού εἶχε ἀκούσει τή θαυμάσια ἀπαγγελία του. Ὁ Χριστιανός τόν ἀναγνώρισε καί τοῦ λέει:

—Παιδί μου, δέν βλέπω καλά γιά νά διαβάσω, καί ἄκουσα χθές στό θέατρο καί ἀπόλαυσα τή δική σου ὡραία ἀπαγγελία. Θά σοῦ δώσω ἕνα σελλίνι, θά σοῦ δώσω καί μιά λίρα ἀκόμη, νά μοῦ διαβάσης κάτι. Βλέπεις ἐκείνη τήν καρέκλα; Ἀνέβα ἐπάνω, σέ παρακαλῶ, καί διάβασέ μου ἕνα κομματάκι ἀπ᾽ τό βιβλίο αὐτό. Δέν θά ἀργήσης, τρία λεπτά θά κάνης.
Δέχθηκε ὁ νέος, κι ὁ Χριστιανός τοῦ ἔδωσε τήν Ἁγ. Γραφή, γιά νά διαβάση τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου (βλ. Λκ 15, 11-32).

(Πόσοι ἀπ᾽ αὐτούς τούς ἠθοποιούς, ἄν γίνονταν ἱεροκήρυκες, ἄν γίνονταν διδάσκαλοι τοῦ Εὐαγγελίου, θά ἔσωζαν ψυχές; Τί τάλαντα σπαταλώνται γιά τό διάβολο!)

—Σέ παρακαλῶ, τοῦ λέει ὁ Χριστιανός, νά τό ἀποδώσης ὅπως πρέπει.

Δημιουργήθηκε ἐνδιαφέρον. Μαζεύτηκαν γύρω του οἱ ἄλλοι ἠθοποιοί φίλοι του, μαζεύτηκε καί κόσμος. Αὐτός πῆρε τήν Ἁγ. Γραφή κι ἑτοιμάστηκε ν᾽ ἀρχίση, ἐνῶ ὁ εὐσεβής Χριστιανός ἔκανε μυστικά τήν προσευχή του.

“Σέ παρακαλῶ, Θεέ μου”, ἔλεγε, “μίλησε ἐσύ μέσα του νά σωθῆ”.

Ὁ νεαρός ἀνέβηκε στήν καρέκλα καί ἄρχισε ν᾽ ἀπαγγέλη τή γνωστή παραβολή. Ἀπό κάτω οἱ φίλοι του, πού ἤξεραν τήν ἱστορία του, παρακολουθοῦσαν. Ὅταν ἔφθασε στό σημεῖο πού λέει “καί... ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν”(Λκ 15, 13), ἕνας ἀπ᾽ τούς ἠθοποιούς τοῦ φώναξε:

  —Σάν κι ἐσένα, Γιάννη!

Αὐτός σταμάτησε πρός στιγμήν λίγο ταραγμένος. Μόλις συνῆλθε συνέχισε. Ἀλλά στή φράσι “... καί ἐκεῖ διεσκόρπισε τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως” (Λκ 15, 13) πάλι ἀπό κάτω κάποιος συνάδελφός του ξαναφώναξε:

—Σάν κι ἐσένα, Γιάννη!

Σάστισε πάλι. Προχωρεῖ πιό κάτω μέ κόπο. Στή φράσι “καί αὐτός ἤρξατο ὑστερῖσθαι” (Λκ 15, 14), ὅτι δηλαδή ἄρχισαν νά λιγοστεύουν τά χρήματα τοῦ ἀσώτου καί νά ὑποφέρη, τοῦ φωνάζουν πάλι:

—Σάν κι ἐσένα, Γιάννη!

Ἐδῶ δέν ἀντέδρασε ἐκνευρισμένος, ἀλλά συγκινημένος ἀπ᾽ τό περιεχόμενο τῆς παραβολῆς συνέχισε μέ ἄφθαστη ἔκφρασι τήν ἀπαγγελία. Οἱ φίλοι του σταμάτησαν νά τοῦ φωνάζουν περιπαικτικῶς. Παρακολουθοῦν συγκινημένοι κι αὐτοί. Καί ὅταν πλέον ἔφτασε στά λόγια τοῦ ἀσώτου: “Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα καί ἐρῶ αὐτῷ· Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου”(Λκ 15, 18), ὁ νεαρός γελωτοποιός σταμάτησε τήν ἀπαγγελία. Ἦταν ἀδύνατον νά προχωρήση ἀπ᾽ τούς λυγμούς. Κατέβηκε κάτω καί ἔκλαιγε σάν μικρό παιδί».


<*>

Η μεταστροφή ενός αθέου ιατρού στο επιθανάτιο κρεβάτι


Ἀναφέρει ὁ Ἐπίσκοπος Αὐγουστίνος Καντιώτης:

«Στήν Ἀθήνα ἕνας καθηγητής τῆς ἰατρικῆς, ἐπί χρόνια καί δεκαετίες ὁλόκληρες, ἀνέβαινε στήν ἕδρα καί κάθε φορά εἰρωνευόταν τή Χριστιανική Πίστι. Κορόιδευε τό Εὐαγγέλιο καί ἦταν ἀμετανόητος. Τόν ἔλεγξαν ἱεροκήρυκες, τόν ἔλεγξαν θεολόγοι, τόν ἔλεγξε ἡ Ἱ. Σύνοδος, τόν κάλεσε ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἀλλά αὐτός ἀμετανόητος.

—Δέν πιστεύω ἐγώ σέ παραμύθια!, ἔλεγε ὁ κύριος καθηγητής.

Ὕστερα, ὅμως, ἀπό τριάντα χρόνια, ὅταν ἔπεσε στό κρεββάτι κι ἀπό ὥρα σέ ὥρα πλησίαζε μέ τά μαῦρα του φτερά τό γεράκι τοῦ θανάτου γιά νά τόν ἁρπάξη, ὅταν πλέον πλησίαζε τό τέλος του, φωνάζει τήν ὑπηρέτριά του καί τῆς λέει:

—Σᾶς παρακαλῶ, Ἐξομολόγο θέλω!

Ἔρχεται ὁ Ἐξομολόγος. Τόν ἐξομολογεῖ. Καί μέχρι πρίν πρό λίγα χρόνια ζοῦσε ἀκόμη ὁ ἐξομολόγος καί ἀφηγεῖτο:

—Πολλούς ἀνθρώπους ἐξομολόγησα στή ζωή μου, ἀλλά τή μετάνοια τοῦ καθηγητοῦ αὐτοῦ δέν τήν εἶδα σέ ἄλλον. Ἔκλαιγε, καί τά δάκρυά του ἔπεφταν κορόμηλο. Ἔκλαιγε καί ἔλεγε: “Μετανοῶ. Σκανδάλισα. Ἔκανα ἀθέους ἰατρούς. Μετανοῶ. Ζητῶ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ...”.
Αὐτός, πού δέν λογάριαζε οὔτε ἀφορισμούς τῆς Ἱ. Συνόδου οὔτε κατηγορητήρια ἱεροκηρύκων, ἦρθε ἡ θλιψι καί μαλάκωσε τήν σκληρή του καρδιά καί τήν ἔκανε σάν τό κερί».


<*>

Η μεταστροφή ενός νέου από την αμαρτωλή ζωή στην μετάνοια

Ἀναφέρει ὁ Ἐπισκόπος Αὐγουστίνος Καντιώτης:

«Δύο νέοι, περνώντας πάνω ἀπό μία ὡραία γέφυρα καί βλέποντας τά νερά πού κυλοῦσαν κάτω ἀπό αὐτή, χαίρονταν καί τραγουδοῦσαν μέ τήν κιθάρα τους. Ἀλλά τήν ὥρα ἐκείνη μεταβλήθηκε ἡ ἀτμόσφαιρα, ἄστραψε καί βρόντησε ὁ οὐρανός, καί ἔπεσε ἀκριβῶς πάνω στή σιδερένια γέφυρα ἕνας κεραυνός. Ἀμέσως ἡ κιθάρα ἔφυγε ἀπ᾽ τά χέρια καί τό τραγούδι σταμάτησε. Ὁ ἕνας ἀπ᾽ τούς δύο ἔγινε κάρβουνο καί ἔμεινε μ᾽ ἀνοικτό τό στόμα, χωρίς νά μπορέση νά τελειώση τό τραγούδι.

Ὁ ἄλλος συγκλονίστηκε. Ἦταν κοσμικός νέος, συνηθισμένος νά ζῆ μέσα σέ διασκεδάσεις. (Δέν λέω τό ὄνομά του. Πάντως τό περιστατικό εἶναι γεγονός, τό ὁποῖο μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία, καί ὅσοι διαβάζουν ἐκκλησιαστική ἱστορία γνωρίζουν περί αὐτοῦ, γνωρίζουν περί τίνος ὁμιλῶ. Μόλις συνειδητοποίησε ὅτι διασώθηκε καί συνῆλθε ἀπ᾽ τήν ἰσχυρή ταραχή του, ἄρχισε ν᾽ ἀναθεωρῆ τά πάντα. Πῆγε στό σπίτι του τελείως ἀλλαγμένος. Δέν μποροῦσε πλέον νά λησμονήση τό σύντροφό του, πού ἔμεινε ἐκεῖ κόκκαλο, μ᾽ ἀνοικτό τό στόμα κάρβουνο πάνω στή γέφυρα. Στό ἑξῆς ἡ ζωή του ἄλλαξε τελείως. Μετανόησε καί μεταβλήθηκε ριζικῶς. Ἕνα συνταρακτικό γεγονός τόν μετέβαλε. Τοῦ ἔκανε τέτοια ἐντύπωσι, ὥστε εἶπε:

—Χριστέ μου, σ᾽ εὐχαριστῶ πού μ᾽ ἔσωσες· καί ὄχι ἁπλῶς μ᾽ ἔσωσες, ἀλλά μ᾽ ἔφερες σέ μετάνοια».

<*>

Μεταστροφή προς 
την αρετή της ελεημοσύνης

Από την ζωή του π. Αυγουστίνου Καντιώτη Επισκόπου Φλωρίνης (+2010)

«“Θά ἀναφέρω”, λέει ἡ κ. Περιστέρα Δαβάνη, “ἕνα περιστατικό, πού δείχνει πόσο μεγάλη ἐπίδρασι εἶχε ὁ λόγος τοῦ π. Αὐγουστίνου Καντιώτη (+2010) στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ Χατζητέγος εἶχε χάνι καί μαγειρεῖο.

—Μπαμπά, τοῦ εἶπε ἡ κόρη του, δῶσε κανένα καζάνι γιά τά συσσίτια τῶν πτωχῶν, πού κάνει ὁ π. Αὐγουστίνος, γιατί δέν ἔχουν.

Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε:

—Ἔ..., ἔχεις τίποτε ἄλλο νά σκεφθῆς;

Τήν ἄλλη μέρα τοῦ λέει:

—Ἔλα, μπαμπά, ν᾽ ἀκούσης κι ἐσύ τόν π. Αὐγουστίνο· ὅλος ὁ κόσμος μιλάει γι᾽ αὐτόν.

Ὅταν πῆγε καί τόν ἄκουσε, λέει στήν κόρη του:

—Εὐθαλία, πάρτα ὅλα τά καζάνια καί δώστα στήν Ἑστία, γιά νά φεύγουν ἀπό δῶ”».

<*>